Σάντοκαν, μια ιστορία της Καμόρα

Σάντοκαν, μια ιστορία της Καμόρα (Ν. Μπαλεστρίνι) 9,0 € – Διαθέσιμο

Συνενοχή ή αλλιώς ανοχή, τρίτη επιλογή δεν υπάρχει. Κι αυτό το γνωρίζουν καλά οι κάτοικοι ενός μικρού χωριού του ιταλικού νότου, που από τπ μια στιγμή στην άλλη μετατρέπεται σε λίκνο των Καζαλέζι, μιας από τις πιο αιματοβαμμένες φατρίες της Καμόρα.
Με το Sandokan ο Nanni Balestrini χωρίς εύκολες ηθικολογίες και καταγγελίες, μας προσφέρει μια ρεαλιστική, ζωντανή εικόνα της ζοφερής ζωής του ιταλικού νότου καταγράφοντας τα βιώματα του νεαρού αφηγητή του. Βιώματα μιας διαρκούς περιδίνησης στην περιφέρεια του φαύλου κύκλου της βίας, της διαφθοράς και της ομερτά.

«δηλαδή το μεγάλο λάθος όσων ασχολούνται με αυτά τα φαινόμενα είναι ότι δεν αντιλαμβάνονται ποιο είναι το αληθινό πρόβλημα ότι δεν είναι μόνο ζήτημα μιας ομάδας εγκληματιών δολοφόνων τρελών ανθρώπων που θέλουν να γίνουν πάμπλουτοι όσο πιο γρήγορα γίνεται αλλά είναι ένα ζήτημα νοοτροπίας του τόπου επειδή το ζήτημα είναι ότι εσύ ζεις σε ένα μέρος όπου τίποτα δεν σου είναι εξασφαλισμένο δηλαδή εσύ από τη στιγμή που γεννιέσαι δεν έχεις κανένα δικαίωμα καμία εγγύηση δεν έχεις τίποτα τίποτα απολύτως»

 

Η Ουρλίκε, μετά το θάνατο της Μάινχοφ #3

ουρλίκε 3Η Ουρλίκε, μετά το θάνατο της Μάινχοφ #3 (Δ. Μπελαντής) 5,5 € – Διαθέσιμο

“Η όλη ιστορία είχε ξεκινήσει αλλιώς. Μακριά μαλλιά και μολότοφ. Αυθορμητισμός, τέχνη, κοινοβιακές εμπειρίες, αφηγήσεις το βράδυ με το τρίφυλλο στο χέρι. Συνωμοτικά ραντεβού με “μαύρη” ρομαντική αχλή. Έρωτας. “Χασισορέμπελοι” και “Τουπαμάρος του Βερολίνου”. Ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ και η “Κομμούνα Ι”. Το πρόσωπο της Χέλα, όταν μπούκαραν στις τράπεζες. Το ζεστό χέρι του Φριτς Τόιφελ.
“Ο κίνδυνος με το ένοπλο είναι να γίνεις μηχανισμός. Εγώ πιστεύω στην προσπάθεια ενός εργατικού αντάρτικου κι όχι στη λογική μιας ομάδας εκτελεστών. Θυμήσου τις επιτροπές περιφρούρησης της Lotta Continua κατά των μπάτσων στις πορείες. Τις απαγωγές διευθυντικών στελεχών από κομάντο απεργών στα πρώτα βήματα των μπριγκατίστι στην Ιταλία. Θυμήσου τους Nosotros του Ντουρούτι που λήστευαν τράπεζες σε συνεργασία με τους αναρχοσυνδικαλιστές της CNT. Τους αναρχικούς και συνδικαλιστές που καθάριζαν τραπεζίτες στην επαναστατημένη Βαρκελώνη του 1919.
“Κάτι τέτοιο χρειαζόμαστε και στη Γερμανία. Να αναγνωρίζονται οι μάζες σ’ αυτό. Να συνδέουν το εγχείρημα με τους μαζικούς αγώνες. Ως “Κίνημα 2 Ιούνη” κινηθήκαμε αρχικά σ’ αυτή την κατεύθυνση. Δεθήκαμε με το νεανικό και μαθητευόμενο προλεταριάτο του Βερολίνου, που ασφυκτιούσε στο πειθαρχημένο κράτος. Που λάτρευε τις μηχανές, το χόρτο, τον Τζέιμς Ντιν, τον Μπράντο. Το ροκ και την αμερικάνικη αντικουλτούρα. Η εν ψυχρώ εκτέλεση των Γκέοργκ φον Ράουχ και Τόμας Βαϊσμπέκερ από τη ”νέα Γκεστάπο” μας οδήγησε σταδιακά σ’ άλλες ατραπούς. Έπρεπε να αποδεχθούμε μια βαθύτερη παρανομία. Να νοιώσουμε την καυτή ανάσα των μπάτσων πίσω μας. Να γίνουμε κι εμείς επαγγελματίες ένοπλοι επαναστάτες. Η απαγωγή του Λόρεντς είναι χαρακτηριστική για την πρώτη φάση. Από κει και μετά όλα αλλάζουν”.
Ο Μπόμι Μπάουμαν για πρώτη φορά από τότε ενθουσιάστηκε. Επιτέλους υπήρχε μια αλτερνατίβα: Να συναντήσουν τους αγώνες που αναπτύσσονταν γύρω τους. Να πάψουν να παίζουν “κλέφτες κι αστυνόμους”. Να αναπτύξουν μια κινηματική λαϊκή αντίσταση. Φοβόταν όμως. Φοβόταν την επαφή και την όσμωση με καθεστωτικά κόμματα και δυνάμεις. Υπήρχε κίνδυνος να τους μανιπουλάρουν. Να τους βάλουν να χορέψουν στο δικό τους ρυθμό. Τι δουλειά είχε η αλεπού στο παζάρι; Μόνο αν το χειριζόταν η Ουλρίκε Μάινχοφ… Σ’ αυτήν και μόνο σ’ αυτήν ο Μπόμι είχε εμπιστοσύνη”

 

Η Ουρλίκε, μετά το θάνατο της Μάινχοφ #2

ουρλίκε 2Η Ουρλίκε, μετά το θάνατο της Μάινχοφ #2 (Δ. Μπελαντής) 4,0 € – Διαθέσιμο

Η Ουλρίκε άκουγε τον Μπάαντερ με μεγάλο θαυμασμό. Αυτός ο νέος άνδρας είχε οικοδομήσει την επαναστατική του ταυτότητα με στερήσεις, με αυτομόρφωση, με πείσμα. Ό,τι δεν είχε σε αστική παιδεία, το διέθετε σε ταξικό ένστικτο. Το ταξικό ένστικτο! Κάτι που είχαν στερηθεί τόσοι και τόσοι ηγέτες της νόμιμης Αριστεράς. Ακόμη και της εξωκοινοβουλευτικής. Είχαν αναγάγει τη νομιμότητα στη λυδία λίθο της πολιτικής τους. Αγκάλιαζαν τη μη βία, επαινώντας στην πραγματικότητα το μονοπώλιο της κρατικής βίας. Και όταν μιλούσαν για επαναστατική βία, το έκαναν στην πραγματικότητα για να την ξορκίσουν σ’ ένα απροσδιόριστο μέλλον, όταν θα “ξυπνούσαν οι μάζες”. Τότε όμως θα ήταν πλέον αργά. Οι εχθροί θα τις περίμεναν πάνοπλοι, θα τις σφάγιαζαν. Όπως παντού και πάντοτε.
Αυτή όμως η συμφωνία με τον Μπάαντερ, με την ομάδα, δεν καθαγίαζε κάθε μορφή πολιτικής βίας. Εδώ άνοιγε ένας άλλος διάλογος, όχι όμως με τους απολογητές του κράτους αλλά ανάμεσα στους επαναστάτες…
Η Ουλρίκε τον είχε ήδη ανοίξει με σιγανή φωνή μέσα της:
«Ναι, το κίνημα έχει το δικαίωμα να χτυπά τους αντιδραστικούς. Δεν έχει όμως το δικαίωμα να τρώει από τις σάρκες του. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα στο όνομα του κινήματος να σπιλώνει αγωνιστές. Να ξαναστήνει μικρές Δίκες της Μόσχας. Νισάφι πια με το μικροσταλινισμό και με τη μικροφυσική της εξουσίας, τόσο στις μικρές ομάδες της νόμιμης Αριστεράς όσο και στις παράνομες. Με τις μικροηγεσίες, με το πάθος τους για εξουσία, με την παρανοϊκή τους θεώρηση. Δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου σύντροφοι. Ήδη το επιτελείο της επανάστασης είναι αλλού. Το αίμα του δικού μας αγώνα δεν πρέπει να σαπίσει. Πρέπει να μεταγγισθεί στις φλέβες του νέου οργανισμού. Αυτού που παλεύει στις καταλήψεις σπιτιών, στις απεργίες, στο Γκρόντε και στο Μπρόκντορφ».

 

Η Ουρλίκε, μετά το θάνατο της Μάινχοφ #1

ουρλίκε 1Η Ουρλίκε, μετά το θάνατο της Μάινχοφ #1 (Δ. Μπελαντής) 3,5 € – Διαθέσιμο

“Πρέπει να κλείσουμε αυτό το στόμα”, έλεγαν κρυφίως οι γερμανοί αξιωματούχοι για την Ουλρίκε.
Η ψυχή της, η σκέψη της, η φωνή της, όσο κι αν προσπαθούσαν να τη φιμώσουν, έφθανε έξω από τη φυλακή μέσω των δικηγόρων – συχνά πυκνά και από μόνη της. Σαν ένα αερικό, ένα στοιχειό που τίποτε δεν μπορεί να το κρατήσει. Δρασκελούσε τους τοίχους, τα πλέγματα, τις διπλοσκοπιές. Κορόιδευε τις κάμερες, τα ηλεκτρονικά κυκλώματα, τους φύλακες, τους επόπτες. Γινόταν αόρατος άνθρωπος και γλίστραγε μέσα από τους μπάτσους και τις ειδικές δυνάμεις του στρατού. Ξεχυνόταν στην άνοιξη που θεριεύε έξω από το τέρας, τη φυλακή-δικαστήριο του Σταμχάιμ, έξω από το μέταλλο και το γυαλί, το ατσάλι που γενναιόδωρα παρείχαν οι απόγονοι των Κρουπ και Τύσσεν, των “Καταραμένων” του Βισκόντι. Χαιρόταν τα δένδρα και τα ποτάμια, τις αγροικίες και τις κωμοπόλεις. Τις κωμοπόλεις του Γκαίτε, του Χόφμαν και του Νοβάλις.
Κι από κει έφτανε στις πόλεις. Και γινόταν ένα με το κίνημα συμπαράστασης, με τους “συμπαθούντες”, με τους ενεργούς πολίτες της γερμανικής Αριστεράς. Με τα κινήματα κατά του πολέμου, με τους αντιπυρηνικούς διαδηλωτές του Μπρόκντορφ, με τους καταληψίες σπιτιών στη Φρανκφούρτη και το Αμβούργο, με τα φοιτητικά κινήματα, τους ξένους εργάτες”

Έφτανε και στην Ελλάδα… «ΟΥΛΡΙΚΕ ΜΑΪΝΧΟΦΦ: ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΔΟΛΟΦΟΝΕΙ», γράφαμε στους λευκούς τοίχους. Πάντα τ’ όνομά της λάθος: Ούρλικε – από το ουρλιάζω. Σαν εκείνη τη φωτογραφία της του 1972 – τις είχε δημοσιεύσει ένα γερμανικό περιοδικό ποικίλης ύλης όλες απ’ όταν ήταν μωρό πέντε ετών. Σαν εκείνη τη φωτογραφία της του 1972, που η φυλάκισσα την κρατάει από το πηγούνι, για να κοιτάξει το φακό, να παραδοθεί. Μόλις την είχαν συλλάβει. Αρνιόταν να φωτογραφηθεί. Δεμένη, είχε για μόνη της αντίσταση την κίνηση του κεφαλιού της. Κι εμείς για αντίσταση εκείνην. Γράφαμε τ’ όνομά της με κεφαλαία και στο γιώτα βάζαμε διαλυτικά: δυο μάτια να διαπερνούν σαν σφαίρες τα κελιά, τα ντουβάρια, την κατανάλωση, καθετί λευκό. «ΜΑΪΝΧΟΦΦ», με δύο φι, για να γίνει πιο πειστική η απειλή μας στην τάξη τους που μύριζε ανθρώπινο κρέας.

 

Η απεργία της Σερίφου

Η απεργία της Σερίφου (Κ. Σπέρας) 2,0 € – Διαθέσιμο

«Η μπροσούρα που έγραψε ο Σπέρας στη φυλακή για την απεργία και τα φονικά γεγονότα της Σερίφου είναι ίσως το σημαντικότερο ντοκουμέντο για την πραγματική ιστορία του εργατικού κινήματος.
Έχοντας την πλειοψηφία στους τσιγαράδες και στους καπνεργάτες, ο Σπέρας, ο Κουχτσόγλου κι ο Φανουράκης υποστηρίζουν στο 1ο και 2ο συνέδριο της ΓΣΕΕ την αυτόνομη πάλη των εργαζομένων και καταφέρονται ενάντια στο συγκεντρωτικό σύστημα μιας εργατικής ηγεσίας που θα καναλιζάρει την πρωτοβουλία της εργατιάς.
Το 2ο συνέδριο της ΓΣΕΕ έγινε στην Αθήνα το Σεπτέμβριο του 1920. Δεν υπήρχαν παρά δύο τάσεις που συγκρούστηκαν σ’ αυτό. Η μεγάλη πλειοψηφία από μέλη και οπαδούς του ΚΚΕ και η μικρή αναρχοσυνδικαλιστική ομάδα του Κ. Σπέρα. Αυτό το συνέδριο αναγνώρισε το Κομουνιστικό Κόμμα σαν τον μοναδικό πολιτικό εκπρόσωπο της εργατικής τάξης. (…). Εναντίον αυτής της απόφασης μίλησε με πείσμα και βιαιότητα ο Σπέρας, ο οποίος υποστήριξε την αυτονομία του συνδικαλιστικού κινήματος και με επιμονή στάθηκε στους κινδύνους που απειλούν την εργατική τάξη απ’ αυτή την ουσιαστική κηδεμονία της από το Κ.Κ.Ε.
Είχα παρακολουθήσει αυτό το συνέδριο και περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο μού έκανε εντύπωση το πάθος με το οποίο υποστήριζε τις απόψεις του ο Σπέρας, η καταπληκτική ευγλωττία του και η αρκετά πειστική επιχειρηματολογία του. (…)
Σε έναν κατάλογο εργατικών στελεχών που δολοφονήθηκαν από την ΟΠΛΑ υπάρχει και το όνομα του Σπέρα. Τον σκότωσαν γιατί 25 χρόνια πριν είχε διαφωνήσει με το Κ.Κ.Ε». (Α. Στίνας)

 

Δημήτριος Μάτσαλης, “Είμαι αναρχικός, αναρχικώτατος”

μάτσαληςΔημήτριος Μάτσαλης, “Είμαι αναρχικός, αναρχικώτατος” (Κ. Γαλανόπουλος) 7,0 € – Διαθέσιμο

Η μονογραφία για τον Δημήτριο Μάτσαλη, προϊόν συστηματικής μελέτης στον τύπο της εποχής, δεν εξιστορεί μόνο ένα επεισόδιο του πρώιμου αναρχισμού στην Ελλάδα του ύστερου 19ου αιώνα (1896), αλλά τοποθετώντας την ενέργεια του Μάτσαλη τόσο στην ελληνική όσο και στη διεθνή πραγματικότητα της εποχής, αποδεικνύει ότι ήταν μια τυπική περίπτωση “έμπρακτης προπαγάνδας”.
Εκτός από την ιστορική του αξία, το βιβλίο έχει και μια αναμφισβήτητη επικαιρότητα, καθώς αναδεικνύει τη συζήτηση γύρω από την επαναστατική βία που έγινε μετά την ενέργεια του 1896, για να καταδειχθεί, όπως επισημαίνεται, ότι αυτή η συζήτηση τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς δεν έχει ουσιαστικά προχωρήσει έκτοτε σχεδόν ούτε βήμα.
Αυτόν το διάλογο, που αποτελεί και το θεωρητικό μέρος της μελέτης, ο συγγραφέας τον αντιμετωπίζει με επιστημονική νηφαλιότητα και ψυχραιμία, παραθέτοντας ντοκουμέντα, αποφεύγοντας όρους με ιδιαίτερη πολιτική φόρτιση και εξετάζοντας αναλυτικά τις απόψεις των ελλήνων “κοινωνιστών” όλων των τάσεων καθώς και επιφανών θεωρητικών του αναρχισμού, αλλά και αντιπάλων του από το 19ο αιώνα μέχρι τον 21ο.

 

Γκαρντούνο, στον καιρό της ειρήνης

γκαρντούνοΓκαρντούνο, στον καιρό της ειρήνης (Φ. Σκουαρτσόνι) 3,5 € – Διαθέσιμο

Υπάρχει ένα χωριό στο Μεξικό που δεν το βρίσκεις στους ταξιδιωτικούς χάρτες. Οι κάτοικοί του λένε ότι ονομάζεται Γκαρντούνο, στον καιρό της ειρήνης… και Ζαπάτα, στον καιρό του πολέμου.

 

Οι ισπανοί αναρχικοί

οι ισπανοί αναρχικοίΟι ισπανοί αναρχικοί (Μ. Μπούκτσιν) 13,0 € – Μη διαθέσιμο

Τι προηγήθηκε ώστε να γίνει η Ισπανική Επανάσταση; Γιατί ο αναρχισμός ρίζωσε στην Ισπανία και όχι στη Γερμανία, στη Ρωσία ή αλλού; Ποιες ήταν οι φεντεραλιστικές απόψεις του Προυντόν, ποιος ο αναρχικός κολεκτιβισμός που πρέσβευε ο Μπακούνιν και τι ο αναρχοκομμουνισμός του Κροπότκιν; Σε τι διέφερε ο επαναστατικός συνδικαλισμός από τον αναρχοσυνδικαλισμό; Πώς όλα αυτά τα ρεύματα ιδεών συνέβαλαν ώστε να κρατηθεί ζωντανός ο αναρχισμός στην Ισπανία παρά τα κύματα καταστολής που υπέστη για εβδομήντα χρόνια: από την εποχή του φεντεραλιστικού κινήματος του Πι ι Μαργάλ και των μπακουνικών της Α’ Διεθνούς μέχρι το πραξικόπημα του Φράνκο το 1936; Πώς κατάφεραν οι αναρχικοί, μέσα στις αντιξοότητες του Εμφυλίου, να δημιουργήσουν την πιο σημαντική Κοινωνική Επανάσταση του 20ου αιώνα και να πραγματοποιήσουν την κολεκτιβοποίηση τόσο στις αγροτικές όσο και στις βιομηχανικές περιοχές εθελοντικά και όχι εξαναγκαστικά και βίαια όπως οι μπολσεβίκοι το 1917; Σε όλα αυτά τα ερωτήματα ο Μπούκτσιν απαντά με γλαφυρό αλλά και συνάμα διεπιστημονικό τρόπο, στον αντίποδα εκείνου που αναπτύσσεται στα ακαδημαϊκά θερμοκήπια. Ο τρόπος που αναζητά την α-λήθεια ο Μπούκτσιν μοιάζει με όλων των επαναστατών διανοητών που το πνεύμα τους το έχει οξύνει η ειλικρινής ανάγκη τους να απαντηθεί με μη ιδεολογικούς όρους το αιώνιο ερώτημα: “Πώς μπορεί ο κόσμος να αλλάξει”, πώς γίνεται να ζήσουν οι άνθρωποι δίχως κράτος και καπιταλισμό, δίχως ιεραρχία και κυριαρχία; Το κλειδί για τα επιτεύγματα του ισπανικού αναρχισμού το 1936 βρίσκεται, όπως αποδεικνύει ο Μπούκτσιν, στη συνδικαλιστική οργάνωση που προϋπήρχε. Και κυρίως στην ιδιαίτερη αντίληψη των ισπανών αναρχοσυνδικαλιστών για το συνδικάτο, που το θεωρούσαν όχι μόνο όργανο πάλης και διεκδικήσεων, αλλά και ως το κύτταρο της μελλοντικής κοινωνίας, που από πριν θα πρέπει να εμπεριέχει τις ελευθεριακές αρχές της.

 

Οι αόρατοι

οι αόρατοιΟι αόρατοι (Ν. Μπαλεστρίνι) 10,0 € – Διαθέσιμο

Το μυθιστόρημα αυτό δεν έχει σημεία στίξης. Θα παρακαλούσαμε τον αναγνώστη να αφεθεί στο χειμαρρώδες ύφος του για να απολαύσει έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους ιταλούς λογοτέχνες, διαπλέοντας ταυτόχρονα ένα ποτάμι, ένα ορμητικό ποτάμι: το ιταλικό κίνημα από τις πηγές του στα 1968 μέχρι τις εκβολές του στις αρχές της δεκαετίες του ’80. Αναμφίβολη κορύφωση το ’77, εξαιτίας των ισχυρών ανέμων αυτονομίας που έπνεαν στο πολύμορφο και πολυάριθμο κίνημα. Οι αόρατοι, οι ήρωες του βιβλίου, είναι ακριβώς η γενιά του ’77. Μια γενιά ενάντια στα πολιτικά κόμματα, αλλά και δίχως κόμματα στη στίξη. Διότι η σύνδεση των νοημάτων ήταν αυτονόητη: το πολιτικό ταυτιζόταν με το προσωπικό, η καθημερινή ζωή ένα με την πολιτική δράση· η δε διάκριση των νοημάτων επίσης σαφής: εμείς κι εκείνοι· εμείς, οι οποίοι αναζητάμε την ταυτότητά μας μέσα στον ποταμό που ποτέ δεν είναι ο ίδιος, και εκείνοι, οι καπιταλιστές, οι μπουρζουάδες, οι κατασταλτικοί μηχανισμοί, οι χριστιανοδημοκράτες, οι μαφιόζοι, τα στελέχη και τα μέλη του ιταλικού ΚΚ (συντηρητικά, ευρωσταλινικά και μικροαστικοποιημένα), οι συνδικαλιστές που πουλάνε τους αγώνες… Σ’ αυτό το ηρακλείτειο ποτάμι, όπου οι εμπειρίες αλληλοδιαδέχονταν η μία την άλλη, πού χώρος για τελείες; Ερωτηματικά; Όλο το κίνημα ήταν μια ερώτηση! Θαυμαστικά; Η γενιά που θέλησε να αλλάξει τα πάντα, τι να θαυμάσει στον «παλιό κόσμο». Τα εισαγωγικά μια υπεκφυγή για τους επαγγελματίες γραφιάδες, που δεν θέλουν να πουν τα πράγματα με τ’ όνομά τους· η άνω τελεία περιττή πολυτέλεια για «τους νέους με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες»… Τα αποσιωπητικά άχρηστα στο κίνημα που δεν αποσιωπά τίποτα. Μετά ήρθε η καταστολή. Ωμή, συνεπικουρούμενη από τα ΜΜΕ, έκανε τις σκευωρίες κανόνα του καθεστώτος εν ονόματι του «πολέμου κατά της ”τρομοκρατίας”», το δίκαιο έγινε λάστιχο, το δίκιο σου δεν μπορούσες να το βρεις. Γι’ αυτό, φίλε αναγνώστη, να προσέχεις τι διαβάζεις! Να αποφεύγεις τα βιβλία χωρίς σημεία στίξης. Γιατί τώρα ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» παγκοσμιοποιείται…